Αβάσταχτη η αγωνία κι οδυνηρό το άλγος των πεφωτισμένων,
αγιάτρευτος, πικρός και ο καημός τους,
να βλέπουνε μιά Ελλάδα που αντιστέκεται,
να βλέπουνε μιά Ελλάδα που τους προσπερνά αγνοώντας τους,
να βλέπουνε μιά Ελλάδα που μεγάθυμα τους συγχωρνάει,
να βλέπουνε μιά Ελλάδα,που μοσχοβολάει θυμάρι,πελαγίσια αύρα,βασιλικό και δεντρολίβανο.
Απέκαμαν,ελύγισαν,διαλύθηκαν από τον τόσο φθόνο,
από την τόσην απληστία τρελλάθηκαν,αλλοπαρθήκανε,ξεθώριασαν.
Μέχρι που φώλιασεν ο τρόμος στις καρδιές τους,
γιατί ψυχές δεν έχουν, γιά να τρυπώσει ο πανικός τους.
Εντρομοι πλέον,πελιδνοί κι αξιοθρήντοι,κρώζοντες και κορυβαντιούντες,
γυρεύουν τώρα μάταια,τα τελευταία βέλη,τα βέλη που τόσο άκριτα σπατάλισαν,
το άτρωτο της Πατρίδας μας κορμί,σημαδεύοντας.
Κι άν λίγες λόγχες την ελάβωσαν κι άν αίμα κύλησεν απ’τις πληγές της,
αυτή στέκει ολόρθια κι αλύγιστη,περήφανη γιά τα γεννήματα του αίματός της.
Το αδιάκοπο άσμα του Ολύμπου,της Πέλλας,του Λιτόχωρου και του Ναβαρίνου,
οι δοξαριές της Μονεμβάσιας,του Μυστρά,της Υδρας,των Σπετσών και των Ψαρών,
οι ψίθυροι του Αιγαίου,του Καρπάθιου,του Λιβυκού και του Μυρτώου
και τα προφητικά αινίγματα του Ιονίου και των νήσων,
βάσανο γίνηκαν στα νοσηρά κρανία τους.
Αμπαρωμένοι τώρα στα Καπιτώλια και στις Συγκλήτους,
σφάλισαν μάτια και αυτιά,να μην ακούν και βλέπουν
τους ξέφρενους, των ανίκητων χορούς.